 


|
ΟΙ ΨΥΧΙΚΕΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ
Νίκος Αγαθοκλέους, Κλινικός Ψυχολόγος, 23/06/2008
Το σεξ δεν είναι έρωτας. Παρ’ όλα αυτά όταν ο σεξουαλικός τομέας δεν είναι ικανοποιητικός, απαιτείται αρκετός ιδεαλισμός ή υποχωρητικότητα εκ μέρους του ζευγαριού για να μπορέσει να διατηρήσει την λειτουργία του. Η εφηβεία απεικονίζει αυτή την καθ’ όλα ιδιαίτερη στιγμή όπου διακυβεύεται η αρμονία ανάμεσα στην ερωτική και σεξουαλική του ζωή, κατά τρόπο περισσότερο απαιτητικό στα κορίτσια, και με λιγότερο ενεργό ενδιαφέρον στα αγόρια, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια.
Η ήβη και η μεταμόρφωση του σώματος αποτελούν θεμελιώδεις χαρακτηριστικά της εφηβείας. Νέες ανάγκες αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους, οι οποίες θα καθορίσουν σταδιακά την εισδοχή του εφήβου σε ένα νέο σεξουαλικό και ερωτικό βίο. Εν τούτοις, η ανάπτυξη αυτή δε γίνεται μέσα σε μία μέρα. Είναι ωστόσο, καθ’ όλα αυτονόητο, λόγω της ορμητικής επέλασης της ήβης, η ανάπτυξη αυτή επιτελείται επί σχετικά μακράς περιόδου, για δυο, τρία, τέσσερα χρόνια. Ας ορίσουμε με ακρίβεια το τι εννοούμε όταν μιλούμε για σεξουαλικότητα: πρόκειται για μια πλατιά σχετική έννοια και δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη σεξουαλική πράξη. Εάν εξάλλου στις μέρες μας μιλάμε τόσο πρόθυμα για την σεξουαλικότητα του εφήβου, και μάλιστα καμιά φορά κατά τρόπο υπερβολικό, να μη νομίσουμε όμως, ότι πριν την ηλικία αυτή το παιδί αγνοεί τα πάντα γύρω από την σεξουαλικότητα. Η σεξουαλικότητα δεν ξεκινά με την εφηβεία.
O
Freud
ήταν ένας από τους πρώτους που επισήμανε ότι το παιδί, από πολύ νεαρή ηλικία, αναπτύσσει την περιέργειά του γύρω από τα σεξουαλικά πράγματα και επινοεί διάφορες σεξουαλικές θεωρίες.
Ο ρόλος που διαδραματίζει η ήβη, ακολουθούμενη από την ανάπτυξη της σεξουαλικής ωρίμανσης, είναι να αναδιοργανώσει συγκεκριμένα την παιδική σεξουαλικότητα σε ένα ενοποιημένο σύστημα υπό την κυριαρχία της γεννητικότητας, δηλαδή της ενήλικης σεξουαλικότητας.
Όλα αυτά τα κατά τα άλλα συνηθισμένα συμβάντα, που διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια της ήβης, μπορούν να εστιάσουν το άγχος και τις ανησυχίες του εφήβου και να προκαλέσουν παρατεταμένες διαταραχές, οι οποίες θα εμφανιστούν υπό μορφή, για παράδειγμα, αναδίπλωσης στον εαυτό του ή άρνησης επικοινωνίας με τους άλλους. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο είναι σημαντικό να τα γνωρίζουμε πολύ καλά, ώστε να μπορέσουμε να καθησυχάσουμε τον κάθε καταπονημένο έφηβο.
Η σε βάθος μετατροπή της εικόνας του σώματος, και η επερχόμενη εισβολή της ώριμης σεξουαλικότητας συγκλονίζουν την ψυχολογική λειτουργία του κάθε εφήβου.
Θα επιχειρήσω να προσεγγίσω τις συνθήκες αυτής της ψυχικής μετατροπής.
Η σχέση ανάμεσα στον ψυχισμό και το σώμα που έχει ένα φύλο
Το πρόβλημα του εφήβου είναι πραγματικά τούτο: τι κάμνει με αυτό το σώμα που από τούδε και στο εξής είναι φορέας ενός αναγνωρίσιμου φύλου; Ο έφηβος οφείλει καταρχήν να αναδομήσει, να τροποποιήσει την ταυτότητά του, ώστε να ενσωματώσει αυτή τη νέα σεξουαλική ταυτότητα.
Η ταυτότητα που έχει ένα φύλο
Η ανάπτυξη της ταυτότητας που φέρει ένα φύλο στηρίζεται καταρχήν στην αναγνώριση, και κατόπιν στην αποδοχή της νέας εικόνας σώματος. Εξ ου, και η μεγάλη περίοδος αμφιταλάντευσης του εφήβου. Ο έφηβος έχει την ανάγκη επιτήρησης, επίβλεψης και ελέγχου του σώματός του: είναι γι’ αυτό το λόγο που εγκλείεται συχνά στο μπάνιο, παραμένοντας εκεί, κάποιες φορές αρκετές ώρες, για να εξετάσει την πρόσοψή του, το προφίλ του, ακόμη και το πίσω μέρος του σώματός του, παίζοντας με τους καθρέφτες. Πρόκειται για μια εργασία αναγνώρισης της εικόνας του εαυτού. Στην εικόνα σώματος είναι που θα επενδύσει ο έφηβος, ως αποτέλεσμα του αισθήματός του, ότι το σώμα του είναι ένα αντικείμενο μοναδικό, και το οποίο του ανήκει. Η εικόνα σώματος όμως δεν υπάρχει μόνο για τον ίδιο τον εαυτό μας αλλά επίσης και για τους άλλους. Παραπέμπει στην κοινωνία και στις αμοιβαίες ανταλλαγές μεταξύ της εικόνας που έχουμε για τον ίδιο τον εαυτό μας και της εικόνας που έχουν οι άλλοι για μας. Δομείται (η εικόνα σώματος) επίσης δια μέσου του βλέμματος που οι άλλοι ρίχνουν σε αυτό το σώμα και του συνοδού σχόλιου που κάνουν. Μέσα από αυτή την άποψη, ο έφηβος είναι εξαιρετικά εξαρτώμενος από το περιβάλλον του είτε πρόκειται για τους ενήλικες οικείους του, γονείς και άλλους, είτε πρόκειται για τους ομοίους του.
Το αίσθημα της ταυτότητας
Η εργασία της αναγνώρισης, και κατόπιν η εργασία της σταθερότητας της εικόνας του σώματος, που γίνεται προοδευτικά, οδηγούν στο αίσθημα κατοχής μιας ταυτότητας. Θεωρούμε ότι η ταυτότητα αποκτάται όταν ένα άτομο καταφέρνει να ταυτιστεί κατά τρόπο μόνιμο με τους διάφορους τομείς της ζωής του : (α) με την ενήλικη σεξουαλικότητά του (β) με τις σχέσεις του με το άλλο φύλο.(σε επίπεδο ατομικό όσο και κοινωνικό) (γ) με τις φιλοδοξίες του και τους επαγγελματικούς του στόχους κλπ Η ταυτότητα που φέρει ένα φύλο ανήκει βέβαια εξ ολοκλήρου σε αυτή την ταυτότητα ˙ συνίσταται στο να αναγνωρίσει τον εαυτό του ότι ανήκει σε ένα φύλο – αρσενικό ή θηλυκό. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, το βιολογικό φύλο συνάδει με το κοινωνικό και το ψυχικό φύλο. Στην εφηβεία, η μεταμόρφωση του σώματος επιβάλλει στον έφηβο να επιλέξει μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού. Κατά τρόπο παράδοξο, η πρόσβαση στην ταυτότητα που έχει ένα φύλο ξεκινά ως συνήθως με μια απώλεια , την απώλεια της δυνητικής αμφιφυλοφυλίας και του απροσδιόριστου της παιδικής ηλικίας. Έτσι ένα μικρό παιδάκι μπορεί να διατηρήσει σε κάποιο βαθμό το αμφιλεγόμενο εφόσον το σώμα του είναι ακόμη άνηβο. Το μικρό αγόρι γνωρίζοντας πολύ καλά ότι είναι ένα μικρό αγόρι, μπορεί να το διασκεδάζει με κοριτσίστικα παιχνίδια, χωρίς ωστόσο να θέτει σε κίνδυνο το αίσθημα της ταυτότητάς του. Παρόμοια, το μικρό κοριτσάκι μπορεί να παίζει το αγόρι χωρίς και πάλι αυτό να αποτελεί ένα κίνδυνο για το αίσθημα της θηλυκότητάς του. Δεν συμβαίνει το ίδιο στην εφηβεία. Ο έφηβος δεν μπορεί πλέον να παίζει με το αμφιλεγόμενο. Στους περισσότερους έφηβους, η επιλογή αυτή του φύλου, η οποία επιβάλλεται από το σώμα, εκφράζεται μέσα από μια σκληρή μάχη μεταξύ των ενεργητικών τάσεων και παθητικών τάσεων της προσωπικότητας. Παραδοσιακά, αποδίδουμε τις ενεργητικές τάσεις στο αρσενικό και τις παθητικές στο θηλυκό. Αυτή η συγκρότηση της δυάδας, ενεργητικότητα – παθητικότητα, αποτελεί μια σημαντική ψυχική εργασία, την οποία έχει να επιτελέσει ο έφηβος. Έτσι λοιπόν, μερικοί έφηβοι δείχνουν ένα είδος υπερενεργητικότητας εξαιτίας του φόβου της παθητικότητας. Αντίστροφα, κάποιοι άλλοι βυθίζονται σε μια παθητική αδράνεια, φοβούμενοι την ενεργητικότητα, την οποία συχνά εξομοιώνουμε με τη βία και την ενόρμηση καταστροφής. Αυτή η δυάδα, ενεργητικότητα–παθητικότητα, θα παίξει ένα ουσιαστικό ρόλο στις σχέσεις του εφήβου με τον ερωτικό του σύντροφο. Πολλές δυσκολίες που αφορούν την ερωτική και σεξουαλική ζωή του εφήβου, εκφράζουν τις εντάσεις που σχετίζονται με τη δυσκολία συγκρότησης της δυάδας αυτής, και τη δυσκολία της ψυχικής αποδοχής της μιας ή της άλλης συνιστώσας.
Η απόσταση ως προς τις γονικές εικόνες
Συγχρόνως με την αναγνώριση του εαυτού στη νέα εικόνα σώματος και στη νέα ταυτότητα που έχει ένα φύλο, επιβάλλεται στον έφηβο, να τροποποιήσει τις μέχρι τούδε σχέσεις που διατηρούσε με τους γονείς του και τους εσωτερικευμένους εκπροσώπους τους, δηλαδή τις εσωτερικευμένες γονικές εικόνες. Η εμφάνιση της ώριμης σεξουαλικότητας κάνει εφικτές πλέον τις σεξουαλικές σχέσεις και υποχρεώνει τον έφηβο να ξεκινήσει μια σχετική εργασία απομάκρυνσής του από τους γονείς. Η αιμομικτική απειλή που συνδέεται με την ενορμησιακή σεξουαλική διέγερση εξηγεί αυτή την ανάγκη. Το κορίτσι-έφηβος μπορεί να αισθανθεί ότι διεγείρεται από τον πατέρα της το αγόρι–έφηβος μπορεί να αισθανθεί ότι ελκύεται και σαγηνεύεται από τη μητέρα του. Είναι πασιφανές ότι εάν οι γονείς, από τη δική τους πλευρά, υιοθετήσουν σαγηνευτικές ή αποπλανητικές συμπεριφορές, λίγο πολύ συνειδητές, τότε αυτό μπορεί να αυξήσει την εσωτερική ψυχική ένταση του εφήβου. Επομένως, ο έφηβος αποχωρίζεταιαπό τους οιδιπόδειους δεσμούς του, δηλαδή από τους πραγματικούς του γονείς, αλλά επίσης και από τις εσωτερικευμένες γονικές εικόνες.
Η ενήβωση και η ωρίμανση της προσωπικότητας δίνουν ένα καινούργιο νόημα στις σχέσεις με τους γονείς, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων του εφήβου με την παιδική του ηλικία. Στην εφηβεία, η τροποποίηση εκ των υστέρων της παιδικής ηλικίας θεμελιώνει τις βάσεις της οργάνωσης της προσωπικότητας του μέλλοντα ενηλίκου. Ακολουθώντας την ίδια αναλογία, θα μπορούσαμε να πούμε σε επίπεδο ψυχολογικό, ότι η εφηβεία είναι συγκρίσιμη με την εργασία εμφάνισης που γίνεται σε ένα εργαστήρι, ενός αρνητικού φωτογραφίας παρμένο από την παιδική ηλικία.
Το σύνολο όλων των μεταβολών, είτε πρόκειται για την προοδευτική σταθεροποίηση της εικόνας σώματος, της αναγνώρισης και της αποδοχής μιας ταυτότητας που φέρει ένα φύλο είτε πρόκειται για την κινητικότητα των οιδιπόδειων γονικών εικόνων και της κράτησής τους σε κάποια σχετική απόσταση, όλα τα παραπάνω καθορίζουν την επιλογή την οποία θα κάνει ο έφηβος ώστε να επιλέξει τους μελλοντικούς ερωτικούς του συντρόφους˙ με άλλα λόγια, καθορίζουν την επιλογή του σεξουαλικού αντικειμένου (με τη φιλοσοφική έννοια του όρου: είσαι το αντικείμενο της αγάπης μου, είσαι το αντικείμενο της επιθυμίας μου, δηλαδή η κατεύθυνση προς την οποία τείνει η σεξουαλική ενόρμηση, έχοντας ως σκοπό την ικανοποίησή της ).
Απο την αναζήτηση του ιδίου του εαυτού στην κατοχή του άλλου
Η επιλογή του σεξουαλικού αντικειμένου, δηλαδή το αντικείμενο προς το οποίο θα κατευθυνθεί η ερωτική ενόρμηση ή άλλως πως ονομαζόμενη λιβιδινική ενόρμηση, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες οι οποίοι στην πλειοψηφία διέπονται από τις ασυνείδητες προθέσεις του ατόμου.
Η ταυτότητα που έχει ένα φύλο διαδραματίζει λοιπόν ένα ουσιαστικό ρόλο. Ο έφηβος οφείλει να ταυτιστεί με ένα καθορισμένο φύλο, φύλο που είναι αυτό του σώματός του, αλλά επίσης, αυτό της ψυχικής του λειτουργίας. Ο έφηβος οφείλει να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως άνδρα ή ως γυναίκα και εφόσον έχει λήξει η ενήβωση, δεν είναι δυνατόν να αναγνωρίσει τον εαυτό του όντας συγχρόνως και τα δύο ή ούτε άντρας ούτε γυναίκα. Κάποιες ψυχοπαθολογικές συμπεριφορές μαρτυρούν εξάλλου την άρνηση αυτής της επιλογής : είναι το παράδειγμα της περίπτωσης των κοριτσιών κυρίως, που υποφέρουν από ψυχογενή ανορεξία.
Αυτός ο προσδιορισμός της ίδιας της ταυτότητάς μας, ειδικά της ταυτότητας που έχει ένα φύλο, γίνεται προοδευτικά και δύναται να στηριχτεί από κάποιες επιλογές οι οποίες είναι ναρκισσιστικής φύσεως. Επομένως, ο έφηβος μπορεί ν αγαπήσει αυτόν ή αυτήν τον οποίο θεωρεί ως αντανάκλαση του ίδιου του εαυτού του (κατοπτρική σχέση) ή μπορεί να αγαπήσει αυτόν που τόσο θα ήθελε να ήταν όπως αυτόν. Ο έφηβος μπορεί ακόμη να επιλέξει αυτόν από τον οποίο αγαπιέται για να στηρίξει την ίδια την εκτίμηση που έχει για τον εαυτό του ή για να καλύψει τους φόβους και τις αβεβαιότητες που έχει για την αυτοεκτίμησή του: το ότι αισθάνομαι να με αγαπά κάποιος αυτό επιβεβαιώνει ότι έχω κάποια αξία, τουλάχιστον για αυτό το άτομο. Γνωρίζουμε ωστόσο, ότι μεγάλος αριθμός εφήβων διακατέχεται από έντονες αμφιβολίες σε ότι αφορά την αξία του. Πέραν του προσδιορισμού του ιδίου του εαυτού μας και του σεξουαλικού του ρόλου, υπάρχει, μέσα από την επιλογή του σεξουαλικού συντρόφου, και ένα παιχνίδι κατάκτησης του άλλου. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η κατάκτηση οφείλει να ξεκινήσει με μια απομάκρυνση: ο έφηβος απομακρύνεται παίρνοντας μια απόσταση τόσο από τους πραγματικούς γονείς του όσο και από τις εσωτερικευμένες γονικές εικόνες. Μέσα από αυτή την κίνηση, η επιλογή του άλλου γίνεται σε συνάρτηση με αυτές τις οιδιπόδειες εικόνες˙ επομένως, ο έφηβος δύναται να επιλέξει ασυνείδητα κάποιο άτομο το οποίο παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά των οιδιπόδειων εικόνων. Η αντίθετη επιλογή, δηλαδή το ότι θα επιλέξει ένα άτομο που θα έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά με τις οιδιπόδειες εικόνες σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Έτσι λοιπόν, το κορίτσι θα επιλέξει ένα αγόρι το οποίο μοιάζει του πατέρα της ή είναι η αντίθετη εικόνα του πατέρα της. Αντίστροφα, το αγόρι θα επιλέξει ένα κορίτσι το οποίο μοιάζει της μητέρας του ή έχει αντίθετη εικόνα ως προς τη μητέρα του. Αυτή η ομοιότητα ή αυτή η αντίθεση δεν αφορά κατανάγκην τον πατέρα ή τη μητέρα μέσα από την ολότητά τους˙ μπορεί να αφορά μόνο μια πλευρά της προσωπικότητάς τους: τον τύπο του χαρακτήρα, ενδιαφέροντα της ζωής, σωματική όψη, κλπ.
Αυτή η ψυχολογική εργασία δεν επιτελείται σε μια μέρα ή μονομιάς. Υπάρχουν περίοδοι αμφιβολίας, βεβαιότητας και ενθουσιασμού, πρόοδοι, οπισθοδρομήσεις, ξαφνικές ανακαλύψεις όπου ο έφηβος αισθάνεται να έχει πάρει ολοκληρωτικές απαντήσεις στους προβληματισμούς του, περίοδοι αποψευδαίσθησης, κλπ. Είναι όλες αυτές τις αβεβαιότητες, το άστατο πνεύμα και τις ακατάστατες συμπεριφορές, αυτό το πήγαινε–έλα, που οι γονείς γνωρίζουν πολύ καλά σε ότι αφορά τον ερωτικό βίο των έφηβων παιδιών τους, κυρίως στα αρχικά στάδια της εφηβείας.
Όμως σε σχέση με τον ίδιο τον εαυτό του, ο έφηβος οφείλει επίσης να επεξεργαστεί την ακόλουθη προβληματική: να ενσωματώσει προοδευτικά το σύνολο των διάφορων προγενετήσιων ενορμήσεων – δερματικών, στοματικών, πρωκτικών, κλπ, - στην σεξουαλικότητά του και στις σεξουαλικές του σχέσεις, υπό τη μορφή των προκαταρκτικών της ίδιας της συνουσίας: παιχνίδι χαδιών, φιλιών, κλπ. Στα αρχικά στάδια του σεξουαλικού βίου, ο έφηβος κατακυριέυεται από κάποιο είδος διχοτόμησης. Έτσι, ο έφηβος προβάλλει την ανάγκη του για τρυφερότητα, διότι η ίδια η γενετήσια σχέση αποτελεί πηγή άγχους και αγωνίας. Αντίστροφα, κάποιοι έφηβοι έχουν καταρχήν και πάνω από όλα την ανάγκη να εκκενώσουν τη σεξουαλική ενόρμηση στη σεξουαλική πράξη η οποία στερείται κάθε σχέση τρυφερότητας, διότι φοβούνται, τρέμουν μια πιθανή παλινδρόμηση σε αυτές τις διάφορες προγενετήσιες ενορμήσεις της παιδικής ηλικίας. Συγχρόνως, ο έφηβος οφείλει να περάσει από τον αυτο–ερωτισμό στον τομέα της εταιροσεξουαλικότητας.Οφείλει καταρχήν, να παραιτηθεί από την φαντασίωση του να δίνει ικανοποίηση στον εαυτό του από μόνος του, όντας ο ίδιος ο εαυτός του αντικείμενο ευχαρίστησης˙ επομένως οφείλει να αποδεχθεί να εξαρτηθεί από κάποιον άλλο για να βρει την ικανοποίησή του.
Εάν οι πρώτες αυνανιστικές δραστηριότητες έχουν να κάνουν μάλλον με την ανάγκη εκκένωσης μιας έντασης, σιγά-σιγά ο έφηβος επεξεργάζεται, κατά τη διάρκεια των αυνανιστικών δραστηριοτήτων, ένα φαντασιωσικό σενάριο στο οποίο εμπλέκει συχνά ένα σύντροφο. Ο δεσμός που εγκαθιδρύεται μεταξύ αυτού του φαντασιωσικού σεναρίου και της αυνανιστικής πράξης απεικονίζει κατά κάποιο τρόπο την εκμάθηση τόσο της σεξουαλικότητας όσο και της ικανοποίησης, με την οποία η σεξουαλικότητα συνδέεται.
Εάν ο αυνανισμός δεν χαρακτηρίζεται πλέον ως παθολογικός και αισχρός στις μέρες μας, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, είναι διότι ακριβώς αντιπροσωπεύει, εξαιτίας της συχνότητάς του και της κοινοτοπίας του, μια συμπεριφορά που είναι ο μοχλός οργάνωσης της μέλλουσας σεξουαλικότητας του εφήβου.
Απο τη φαντασίωση στη σεξουαλική πραγμάτωση
Η εφαρμογή σε πράξη της σεξουαλικότητας είτε πρόκειται στην αρχή με τον αυνανισμό και κατόπιν με τη σεξουαλική πράξη στην πληρότητά της, από πάντα κινητοποιούσε στον άνθρωπο τον φαντασιωσικό του κόσμο. Πάμπολλες ονειροπολήσεις κατά την εφηβεία περιστρέφονται γύρω από την ερωτική κατάκτηση. Αυτό προϋποθέτει όχι μόνο την επιλογή ενός συντρόφου, ορίζοντας τα χαρακτηριστικά του (σεξουαλικά, αισθητικά, πνευματικά, ηθικά, σωματικά, κλπ.) αλλά, επίσης τη σταδιακή επεξεργασία ενός ερωτικού σεναρίου. Είναι κατ’ αυτόν τον τρόπο που συγκροτούνται οι προγενετήσιες και γενετήσιες ενορμήσεις, λιβιδινικές / ερωτικές ή επιθετικές, υπό μορφή διαφόρων φαντασιώσεων (παιχνίδια χαδιών και φιλιών, φαντασιώσεις ομοφυλοφιλικές και ετεροφυλικές, σαδιστικές ή μαζοχιστικές, ηδονοβλεπτικές κλπ). Οι στιγμές πριν την αποκοίμιση παρουσιάζονται ως οι πλέον ευνοϊκές κατά τη διάρκεια των οποίων ο έφηβος κατασκευάζει ένα τέτοιο σενάριο. Προοδευτικά, ο αυνανισμός συνοδεύει και ενισχύει αυτές τις ονειροπολήσεις που λαμβάνουν χώρα σε ένα συναισθηματικό κλίμα ίδιον κάθε ανθρώπου. Για κάποιους έφηβους, η παιχνιδιάρικη και ηδονιστική ποιότητα υπερισχύουν. Άλλοι, βιώνουν τις ονειροπολήσεις τους και τις αυνανιστικές τους δραστηριότητες κατά τρόπο ανήσυχο, ενώ κάποιοι άλλοι αισθάνονται ακόμη ντροπή. Αυτά τα σενάρια συνιστούν πάντα ένα συμβιβασμό μεταξύ της παιδικής σεξουαλικότητας και της ώριμης ενήλικης σεξουαλικότητας.Ο χρόνος της σεξουαλικής πραγμάτωσης κάνει, ώστε σιγά σιγά να επιτυγχάνεται η ψυχική εργασία της σύζευξης μεταξύ αυτού του φαντασιωσικού σεναρίου και της ερωτικής σχέσης ως πραγματικότητα: το μοίρασμα ανά δύο, κατόπιν η ανταλλαγή αυτών των ερωτικών σεναρίων μεταξύ των συντρόφων, θέτουν τα θεμέλια της ερωτικής σχέσης μεταξύ δύο ατόμων. Αντίθετα, για κάποιες περιπτώσεις όμως, η ψυχική εργασία θα έχει ως στόχο να διατηρήσει ένα διαχωρισμό μεταξύ του φαντασιωσικού σεναρίου το οποίο κρατείται μυστικό και μιας σχέσης που περιορίζεται στη σεξουαλική της πράξη: ο στόχος του ατόμου θα είναι λοιπόν να εκμεταλλευτεί τον σύντροφο του, τροφοδοτώντας κρυφά το σεξουαλικό του σενάριο. Η σεξουαλικότητα ενός ζευγαριού οργανώνεται γύρω από αυτή τη διπλή αποδοχή και αναγνώριση: του ίδιου του εαυτού και του άλλου ή, αντίθετα, της διπλής άρνησης και μη αναγνώρισης του ιδίου του εαυτού και του άλλου. Η κοινωνία όμως δεν αφήνει τα τέκνα της να έχουν την ελευθερία του σώματός τους και των συναισθημάτων τους. Αναφορικά με τη σεξουαλικότητα, η πολιτισμική πίεση, οποιαδήποτε και να είναι η φύση της, είναι σημαντική. Άλλοτε η ένταση των απαγορεύσεων και των απειλών που βάραιναν τις επιπτώσεις κάθε σεξουαλικής πραγμάτωσης, αποτελούσε πηγή σχετικά έντονου άγχους. Έτσι στα κορίτσια, ο φόβος της εγκυμοσύνης κυρίευε συχνά τις σκέψεις τους˙ στο αγόρι, ο φόβος της εγκυμοσύνης της συντρόφου του, και σε λιγότερο βαθμό αυτός της σύφιλης, μπόρεσαν να προκαλέσουν, στις προηγούμενες γενεές, έντονες αναστολές. Στις μέρες μας, οι παραπάνω φόβοι φαίνονται να είναι ξεπερασμένοι. Βάσει όμως της άποψης της συλλογικότητας και του πολιτισμικού, ο έφηβος έχει να αντιμετωπίσει στο εξής, από δω και πέρα, όχι έντονες απαγορεύσεις, αλλάαπαιτήσεις. Είναι γι’ αυτό το λόγο που οι έφηβοι, κατ’ επανάληψη, θέτουν ερωτήματα στον εαυτό τους, και καμιά φορά τολμούν να τα θέσουν στους γυναικολόγους, ψυχολόγους, ή ψυχίατρους ερωτήματα όπως: «είμαι φυσιολογικός; Αυτό που κάνω είναι φυσιολογικό;» Αυτή την ανάγκη τού να είναι φυσιολογικός, πράγμα που εκφράζεται πάντα μέσα από μια μεγάλη ανησυχία, ο κάθε έφηβος την πληρώνει πολύ ακριβά έναντι της κοινωνικής απελευθέρωσης και της απελευθέρωσης των ηθών. Μη έχοντας να αντιμετωπίσει απαγορεύσεις και λιγότερο απειλές που τον εκφοβίζουν, αυτό έχει ένα αντίτιμο: η κοινωνία απαιτεί την υποταγή του σε ένα κανόνα, αυτό της σεξουαλικότητας της επονομαζόμενης φυσιολογικής, της ευτυχισμένης, απελευθερωμένης, οργασμικής σεξουαλικότητας, μέσα στην οποία ο έφηβος θα βρει την ευτυχία του. Αυτή η απαίτηση τού να είναι φυσιολογικός μπορεί να καταστεί για πολλούς έφηβους η πρώτη γραμμή αγωνίας, άγχους έναντι της σεξουαλικότητας, αποκρύπτοντας το πιο προσωπικό επίπεδο των σεξουαλικών φαντασιών και φαντασιώσεων. Πίσω από αυτούς τους εναγώνιους και αγχογόνους προβληματισμούς ως προς το φυσιολογικό, κρύβεται συχνά ένας φόβος περισσότερο κρυφός, αλλά αγχώδης «ο φόβος του να γίνει τρελός, να τρελαθεί, ο φόβος της τρέλας». Εν τοιαύτη περιπτώσει, η συνύπαρξη όλων αυτών των διαφόρων ενορμησιακών τάσεων/αναγκών με αντιτιθέμενες όψεις, η δυσκολία ενοποίησης αυτών των αναγκών, η αμφιβολία σε ότι αφορά την ταυτότητα του εαυτού και τη σεξουαλική ταυτότητα, η αβεβαιότητα ως προς την κατάκτηση του άλλου και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού του άλλου, όλα αυτά εξηγούν τις συναισθηματικές διακυμάνσεις και το φόβο της τρέλας. Αντιμέτωποι με αυτό το φόβο κατανοούμε καλύτερα την ανάγκη του έφηβου να είναι φυσιολογικός, αφού άλλωστε ενισχύεται και από τις πολιτισμικές και κοινωνικές αναμονές. Μια τελευταία παρατήρηση που είναι προς την ίδια κατεύθυνση με τα παραπάνω. Είναι πασιφανές ότι στις μέρες μας οι έφηβοι έχουν πρόσβαση στις σεξουαλικές σχέσεις πιο εύκολα από ότι οι έφηβοι της προηγούμενης γενεάς. Επομένως, το να φτάσει κανείς στη σεξουαλική ικανοποίηση προϋποθέτει την καθεαυτή αναγνώριση όλης αυτής της ψυχικής επεξεργασίας και όλης αυτής της εργασίας, της νοητικής αναπαράστασης στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως. Όλα αυτά απαιτούν χρόνο, χρόνο τον οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ο χρόνος της επιθυμίας, ο χρόνος, δηλαδή, που χρειάζεται ο έφηβος για να οργανώσει την επιθυμία. Ορισμένοι έφηβοι καταλήγουν στη σεξουαλική πράξη χωρίς πραγματικά να δοκιμάσουν, να νιώσουν αυτό το χρόνο, την περίοδο της επιθυμίας. Η εμπειρία μας δείχνει ότι η σεξουαλικότητα - που κάνει, ώστε να κινητοποιεί το άτομο στην ολότητά του – δεν είναι τόσο απλό πράγμα, τόσο άμεσα πασιφανές και ικανοποιητικό για τον έφηβο, έστω και αν αρέσκονται κάποιοι, μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης κυρίως, να το αφήνουν να εννοηθεί. Η απελευθέρωση των ηθών, με τη συνεχιζόμενη όμως πίεση των κοινωνικών κανόνων, και η χρονική καμπύλη της κοινωνίας μας, δεν δείχνουν κατανάγκην ανεκτικότητα στις ανάγκες του εφήβου ως προς τον κόσμο των φαντασιώσεων και ονειροπολήσεών του, αλλά ούτε και ως προς την απαιτούμενη χρονική διάρκεια ώστε να μπορέσει να οργανωθεί τόσο η σεξουαλική επιθυμία όσο και η σεξουαλική ικανοποίηση και ευχαρίστηση του εφήβου.
|
Print Page
Email Page


|